Μετάβαση στο περιεχόμενο

supply

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
supply supplies

supply (en)

  1. (μετρήσιμο) η προμήθεια, ο εφοδιασμός, μια ποσότητα από κάτι που παρέχεται ή είναι διαθέσιμο για χρήση
    παράδειγμα  the food/medicine supply - η προμήθεια τροφίμων/φαρμάκων
    παράδειγμα  We must ensure the city’s supply of pharmaceutical material.
    Πρέπει να εξασφαλιστεί ο εφοδιασμός της πόλης με φαρμακευτικό υλικό.
  2. (μόνο πληθυντικός) οι προμήθειες, τα εφόδια, ο εξοπλισμός, τα πράγματα όπως τρόφιμα, φάρμακα, καύσιμα κτλ. που χρειάζονται μια ομάδα ανθρώπων
    παράδειγμα  Our supplies are running out.
    Εξαντλούνται οι προμήθειες μας.
    παράδειγμα  military supplies - στρατιωτικά εφόδια
    παράδειγμα  We have a shortage of supplies.
    Έχουμε έλλειψη εφοδίων.
    παράδειγμα  climbing supplies - ορειβατικός εξοπλισμός
    παράδειγμα  camping supplies - εξοπλισμός κατασκηνώσεων
    παράδειγμα  The cleaning supplies are kept in the back room.
    Τα καθαριστικά φυλάγονται στο πίσω δωμάτιο.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη equipment
  3. (μη μετρήσιμο) η τροφοδοσία, ο εφοδιασμός, ο ανεφοδιασμός, η πράξη της παροχής διαφόρων υλικών
    παράδειγμα  The supply of water of the city was cut off.
    Διακόπηκε η τροφοδοσία της πόλης με νερό.
    παράδειγμα  the supply of ships with fuel - η τροφοδοσία των πλοίων με καύσιμα
    παράδειγμα  companies that undertake the supply of ships - εταιρείες που αναλαμβάνουν τον εφοδιασμό των πλοίων
    παράδειγμα  supply the army with ammunition/food - ο ανεφοδιασμός του στρατού σε πυρομαχικά/σε τρόφιμα
     συνώνυμα:  equipment και provisioning

Παράγωγα

[επεξεργασία]
ενεστώτας supply
γ΄ ενικό ενεστώτα supplies
αόριστος supplied
παθητική μετοχή supplied
ενεργητική μετοχή supplying

supply (en)

  • τροφοδοτώ, παρέχω συστηματικά σε κάποιον ή σε κάτι τα πράγματα που χρειάζονται ή θέλουν
    παράδειγμα  The rivers supply the cities with water.
    Τα ποτάμια τροφοδοτούν τις πόλεις με νερό.
    παράδειγμα  The plant supplies the city with electricity.
    Το εργοστάσιο τροφοδοτεί την πόλη με ρεύμα.