tan

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tan (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

tan (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
tan tans

tan (fr) αρσενικό

  1. κονιορτοποιημένος φλοιός βαλανιδιάς και ορισμένων άλλων δέντρων που χρησιμοποιείται στην κατεργασία των δερμάτων