κονιορτοποιημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κονιορτοποιημένος κονιορτοποιημένη κονιορτοποιημένο
γενική κονιορτοποιημένου κονιορτοποιημένης κονιορτοποιημένου
αιτιατική κονιορτοποιημένο κονιορτοποιημένη κονιορτοποιημένο
κλητική κονιορτοποιημένε κονιορτοποιημένη κονιορτοποιημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κονιορτοποιημένοι κονιορτοποιημένες κονιορτοποιημένα
γενική κονιορτοποιημένων κονιορτοποιημένων κονιορτοποιημένων
αιτιατική κονιορτοποιημένους κονιορτοποιημένες κονιορτοποιημένα
κλητική κονιορτοποιημένοι κονιορτοποιημένες κονιορτοποιημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κονιορτοποιημένος < μετοχή παρακειμένου του κονιορτοποιώ

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κονιορτοποιημένος

  1. που έχει μετατραπεί σε κονιορτό, σε σκόνη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]