Μετάβαση στο περιεχόμενο

valiantly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός valiantly
συγκριτικός more valiantly
υπερθετικός most valiantly

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
valiantly < valiant + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

valiantly (en)