bravely
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | bravely |
| συγκριτικός | more bravely |
| υπερθετικός | most bravely |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]bravely (en)
- γενναία
Our soldiers stood their ground bravely.
- Οι στρατιώτες μας αμύνθηκαν γενναία.
- ≈ συνώνυμα: courageously, fearlessly, gallantly και valiantly