virgo
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- virgo < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]virgo (la) θηλυκό
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | virgo | virgĭnēs |
| γενική | virgĭnis | virgĭnum |
| δοτική | virgĭnī | virgĭnibus |
| αιτιατική | virgĭnem | virgĭnēs |
| κλητική | virgo | virgĭnēs |
| αφαιρετική | virgĭne | virgĭnibus |
Πηγές
[επεξεργασία]- virgo - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.