ząb

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ząb zęby
γενική zęba zębów
δοτική zębowi zębom
αιτιατική ząb zęby
οργανική zębem zębami
τοπική zębie zębach
κλητική zębie zęby

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /zɔ̃mp/
ząb 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ząb (pl) αρσενικό

  1. το δόντι
    • οστό της κοιλότητας του στόματος
    • αιχμηρή προεξοχή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]