έρχομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- έρχομαι < αρχαία ελληνική από το ανώμαλο ρήμα ἔρχομαι < ιαπετικής ρίζας με μεγάλο εύρος πιθανών ριζών ανάλογα με το χρόνο και την έγκλιση
[
]
Προφορά
[
]
Ρήμα
έρχομαι, αορ. ήλθα και ήρθα, παρακείμενος: έχω έρθει, μετοχή ερχόμενος
- μετακινούμαι από έναν τόπο μακρινότερο σε κάποιον κοντινότερο
- η κακοκαιρία έρχεται συνήθως από δυτικά
- είμαι ίσος στο μέγεθος, φτάνω
- ψήλωσε το παιδί. Τώρα μου έρχεται ως τον ώμο
- (για ρούχα) ταιριάζω στο μέγεθος
- δεν μου έρχεται καλά αυτό το παντελόνι. Πρέπει να το κοντύνω
- (επίσημο) συμμετέχω μαζί με άλλον/άλλους σε κάτι κοινό
- έρχομαι εις γάμου κοινωνίαν: παντρεύομαι, νυμφεύομαι
- (στο γ' πρόσωπο, για ιδέα ή παρόρμηση)
- δεν ξέρω τι μου ήρθε και το 'κανα αυτό, πάντως το μετάνιωσα πικρά
- πώς σου ήρθε αυτό; (για συνήθως παράδοξες ιδέες)
[
] Εκφράσεις
- έλα τώρα! και Ελα! και Έλα στα συγκαλά σου!: ησύχασε // κάτσε φρόνιμος // επίσης δηλώνει έκπληξη
- έρχομαι στα χέρια και ήρθαν στα λόγια: τσακώνομαι
- ήρθαν σε διαπραγματεύσεις: με την έννοια του προσεγγίζω
- μου ήρθε κόλπος, μου ήρθε νταμπλάς: → βλέπε έκφραση: τα κακάρωσα
- δεν μου έρχεται τώρα τίποτα: (δεν μπορώ να θυμηθώ την κατάλληλη λέξη αυτή τη στιγμή)
[
]
Σύνθετα
[
]
|
|