αβράκωτος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Επίθετο
αβράκωτος
- που δε φοράει βρακί, ο ξεβράκωτος
Μεταφράσεις
→ βλέπε λέξη: ξεβράκωτος
Πίνακας περιεχομένων |
αβράκωτος
→ βλέπε λέξη: ξεβράκωτος