αδρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αδρός αδρή αδρό
γενική αδρού αδρής αδρού
αιτιατική αδρό αδρή αδρό
κλητική αδρέ αδρή αδρό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αδροί αδρές αδρά
γενική αδρών αδρών αδρών
αιτιατική αδρούς αδρές αδρά
κλητική αδροί αδρές αδρά
το θηλυκό και αδρά στην ονομαστική,
αιτιατική και κλητική ενικού

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αδρός < αρχαία ελληνική ἁδρός

Open book 01.svg Επίθετο[]

αδρός, -ή / -ά, -ό

  1. μεγάλος σε μέγεθος, με έντονη διάπλαση
  2. φανερός σε γενικές αλλά ευδιάκριτες γραμμές
  3. μεστός, γεμάτος
  4. ώριμος
  5. γενναίος, πλούσιος, πλουσιοπάροχος
  6. τραχύς
  7. δριμύς

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

32πχ Μεταφράσεις[]