ακόρεστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ακόρεστος ακόρεστη ακόρεστο
γενική ακόρεστου ακόρεστης ακόρεστου
αιτιατική ακόρεστο ακόρεστη ακόρεστο
κλητική ακόρεστε ακόρεστη ακόρεστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακόρεστοι ακόρεστες ακόρεστα
γενική ακόρεστων ακόρεστων ακόρεστων
αιτιατική ακόρεστους ακόρεστες ακόρεστα
κλητική ακόρεστοι ακόρεστες ακόρεστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακόρεστος < αρχαία ελληνική ἀκόρεστος

Open book 01.svg Επίθετο[]

ακόρεστος, -η, -ο

  1. αυτός που δεν χορταίνει ή δεν μπορεί να χορτάσει, αυτός που δεν ικανοποιείται εύκολα, αχόρταγος, αχόρταστος, αδηφάγος
  2. (χημεία) ακόρεστη ένωση: είναι η ένωση της οποίας οι άνθρακες συνδέονται με διπλούς ή και τριπλούς ομοιοπολικούς δεσμούς


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]