ακόρεστος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | ακόρεστος | ακόρεστη | ακόρεστο |
| γενική | ακόρεστου | ακόρεστης | ακόρεστου |
| αιτιατική | ακόρεστο | ακόρεστη | ακόρεστο |
| κλητική | ακόρεστε | ακόρεστη | ακόρεστο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | ακόρεστοι | ακόρεστες | ακόρεστα |
| γενική | ακόρεστων | ακόρεστων | ακόρεστων |
| αιτιατική | ακόρεστους | ακόρεστες | ακόρεστα |
| κλητική | ακόρεστοι | ακόρεστες | ακόρεστα |
[
]
Ετυμολογία
- ακόρεστος < αρχαία ελληνική ἀκόρεστος
[
]
Επίθετο
ακόρεστος, -η, -ο
- αυτός που δεν χορταίνει ή δεν μπορεί να χορτάσει, αυτός που δεν ικανοποιείται εύκολα, αχόρταγος, αχόρταστος, αδηφάγος
- (χημεία) ακόρεστη ένωση: είναι η ένωση της οποίας οι άνθρακες συνδέονται με διπλούς ή και τριπλούς ομοιοπολικούς δεσμούς
[
]
[
]
Μεταφράσεις
ακόρεστος