αλεξίπτωτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλεξίπτωτο αλεξίπτωτα
γενική αλεξιπτώτου
& αλεξίπτωτου
αλεξιπτώτων
& αλεξίπτωτων
αιτιατική αλεξίπτωτο αλεξίπτωτα
κλητική αλεξίπτωτο αλεξίπτωτα
USMC Paratrooper.jpg

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλεξίπτωτο < αλεξι- (< αρχαία ελληνική ἀλέξω, απομακρύνω) και πτωτός, που μπορεί να πέσει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλεξίπτωτο ουδέτερο

  1. συσκευή που, με το άνοιγμά της, αποβλέπει στο φρενάρισμα της πτώσης αντικειμένων, χάρη στην αντίσταση του αέρα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]