αμφιθέατρο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αμφιθέατρο | αμφιθέατρα |
| γενική | αμφιθεάτρου | αμφιθεάτρων |
| αιτιατική | αμφιθέατρο | αμφιθέατρα |
| κλητική | αμφιθέατρο | αμφιθέατρα |
Ετυμολογία [
]
- αμφιθέατρο < αρχαία ελληνική ἀμφιθέατρον
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /aɱ.fi.ˈθɛ.a.tɾɔ/
Ουσιαστικό [
]
αμφιθέατρο ουδέτερο
- θέατρο με καθίσματα σε κλιμακωτή διάταξη και τοποθετημένα σε ημικύκλιο απέναντι από τη σκηνή ή και γύρω από αυτή, ώστε να παρακολουθούν τα δρώμενα στη σκηνή όλοι οι θεατές χωρίς δυσκολία
- (γενικότερα) η αίθουσα διδασκαλίας, συναυλιών, συνεδρίων που έχει καθίσματα σε κλιμακωτή διάταξη
- (συνεκδοχικά) το σύνολο των θεατών ή ακροατών σε ένα αμφιθέατρο
[
]
Μεταφράσεις [
]
αμφιθέατρο