αναιμία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αναιμία | αναιμίες |
| γενική | αναιμίας | αναιμιών |
| αιτιατική | αναιμία | αναιμίες |
| κλητική | αναιμία | αναιμίες |
[
]
Ετυμολογία
- αναιμία < αρχαία ελληνική ἀναιμία < α- στερητικό + αἷμα
[
]
Ουσιαστικό
αναιμία θηλυκό
- εξασθένιση του σώματος που οφείλεται στην ελάττωση των αιμοσφαιρίων κάτω από το κανονικό επίπεδο
[
]
[
]
|
[
]
Μεταφράσεις
αναιμία
|