ανεμπόδιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ανεμπόδιστος < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Επίθετο

ανεμπόδιστος

  1. που ενεργεί χωρίς εμπόδια ή που δεν παρουσιάζει εμπόδια, δυσκολίες ή φραγμούς, ελεύθερος
    ανεμπόδιστη θέα, ανεμπόδιστη πρόσβαση, ανεμπόδιστο ρεύμα


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες