ανεμπόδιστος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ανεμπόδιστος < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίθετο [
]
ανεμπόδιστος
- που ενεργεί χωρίς εμπόδια ή που δεν παρουσιάζει εμπόδια, δυσκολίες ή φραγμούς, ελεύθερος
- ανεμπόδιστη θέα, ανεμπόδιστη πρόσβαση, ανεμπόδιστο ρεύμα
Μεταφράσεις [
]
ανεμπόδιστος