αποκέντρωση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αποκέντρωση < αποκεντρώνω
[
]
Ουσιαστικό
αποκέντρωση θηλυκό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκεντρώνω, απομακρύνω, αφαιρώ από το κέντρο διάφορες εξουσίες, αρμοδιότητες, δραστηριότητες και τις μεταφέρω στην περιφέρεια
- διοικητική / οικονομική / πολιτιστική / πληθυσμιακή αποκέντρωση
- για τη μείωση της γραφειοκρατίας χρειάζεται διοικητική αποκέντρωση
- η τόνωση της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής στην επαρχία δημιουργεί την ανάγκη πλατιάς πολιτιστικής αποκέντρωσης
[
]
[
]
Μεταφράσεις
αποκέντρωση