απόπειρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απόπειρα απόπειρες
γενική απόπειρας αποπειρών
αιτιατική απόπειρα απόπειρες
κλητική απόπειρα απόπειρες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

απόπειρα < ἀπόπειρα < αρχαία ελληνική ἀπόπειρα

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

απόπειρα θηλυκό

  1. προσπάθεια να κάνει κάποιος κάτι, η οποία όμως τελικά αποτυγχάνει, οπότε εκ των υστέρων χαρακτηρίζεται ως απόπειρα, η ατελέσφορη προσπάθεια
    απόπειρα αυτοκτονίας, ληστείας, φόνου ή ανθρωποκτονίας
    η αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας : πλεονασμός, αφού η απόπειρα ως λέξη εμπεριέχει την έννοια της αποτυχίας
    η απόπειρά τους να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση αποτέλεσε παταγώδη αποτυχία
  2. δοκιμή, προσπάθεια που γίνεται εν γνώσει της [πιθανή]]ς αποτυχίας και γι' αυτό χαρακτηρίζεται εκ προοιμίου απόπειρα
    Θα κάνω μια απόπειρα να το φτιάξω, αλλά μάλλον θα χρειαστούμε υδραυλικό


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες