απόπειρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | απόπειρα | απόπειρες |
| γενική | απόπειρας | αποπειρών |
| αιτιατική | απόπειρα | απόπειρες |
| κλητική | απόπειρα | απόπειρες |
[
]
Ετυμολογία
- απόπειρα < ἀπόπειρα < αρχαία ελληνική ἀπόπειρα
[
]
Ουσιαστικό
απόπειρα θηλυκό
- προσπάθεια να κάνει κάποιος κάτι, η οποία όμως τελικά αποτυγχάνει, οπότε εκ των υστέρων χαρακτηρίζεται ως απόπειρα, η ατελέσφορη προσπάθεια
- απόπειρα αυτοκτονίας, ληστείας, φόνου ή ανθρωποκτονίας
- η αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας : πλεονασμός, αφού η απόπειρα ως λέξη εμπεριέχει την έννοια της αποτυχίας
- η απόπειρά τους να αντιμετωπίσουν την οικονομική κρίση αποτέλεσε παταγώδη αποτυχία
- δοκιμή, προσπάθεια που γίνεται εν γνώσει της [πιθανή]]ς αποτυχίας και γι' αυτό χαρακτηρίζεται εκ προοιμίου απόπειρα
- Θα κάνω μια απόπειρα να το φτιάξω, αλλά μάλλον θα χρειαστούμε υδραυλικό