αρμός

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Ελληνικά (el)

Ετυμολογία

αρμός< αρχαία ελληνική ἁρμός

Ουσιαστικό

αρμός αρσενικό

  1. το σημείο στο οποίο εφάπτονται δυο ή περισσότερες επιφάνειες
  2. το κενό, σχισμή, που δημιουργείται μεταξύ δυο επιφανειών που έχουν συνενωθεί
  3. οι κλειδώσεις στα κόκκαλα
  4. είδος εσωτερικού σύρτη πόρτας

Συνώνυμα

  1. κόμπος
3. άρθρωση, διάρθρωση, συνάρθρωση


Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες