αρμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
αρμός< αρχαία ελληνική ἁρμός
Ουσιαστικό
αρμός αρσενικό
- το σημείο στο οποίο εφάπτονται δυο ή περισσότερες επιφάνειες
- το κενό, σχισμή, που δημιουργείται μεταξύ δυο επιφανειών που έχουν συνενωθεί
- οι κλειδώσεις στα κόκκαλα
- είδος εσωτερικού σύρτη πόρτας
Συνώνυμα
- 3. άρθρωση, διάρθρωση, συνάρθρωση

