αρμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρμός αρμοί
γενική αρμού αρμών
αιτιατική αρμό αρμούς
κλητική αρμέ αρμοί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αρμός< αρχαία ελληνική ἁρμός

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αρμός αρσενικό

  1. το σημείο στο οποίο εφάπτονται δυο ή περισσότερες επιφάνειες
  2. το κενό, σχισμή, που δημιουργείται μεταξύ δυο επιφανειών που έχουν συνενωθεί
  3. οι κλειδώσεις στα κόκκαλα
  4. είδος εσωτερικού σύρτη πόρτας

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

  1. κόμπος
3. άρθρωση, διάρθρωση, συνάρθρωση

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες