αρμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρμός αρμοί
γενική αρμού αρμών
αιτιατική αρμό αρμούς
κλητική αρμέ αρμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αρμός< αρχαία ελληνική ἁρμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

αρμός αρσενικό

  1. το σημείο στο οποίο εφάπτονται δυο ή περισσότερες επιφάνειες
  2. το κενό, σχισμή, που δημιουργείται μεταξύ δυο επιφανειών που έχουν συνενωθεί
  3. οι κλειδώσεις στα κόκκαλα
  4. είδος εσωτερικού σύρτη πόρτας

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα []

  1. κόμπος
3. άρθρωση, διάρθρωση, συνάρθρωση

32πχ Μεταφράσεις []