βάρβαρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- βάρβαρος < από την ηχομιμητική λέξη βαρβαρ, έτσι όπως ηχούσε η ομιλία των άλλων γλωσσών στους αρχαίους Έλληνες
[
]
Επίθετο
βάρβαρος
- (για ανθρώπους ή σύνολα ανθρώπων) απαίδευτος, απολίτιστος, χυδαίος, άξεστος
- (για ανθρώπους ή σύνολα ανθρώπων) βάνδαλος, σκληρός
- που αρμόζει σε βαρβάρους, βαρβαρικός
- βάρβαρα έθιμα
[
]
Ουσιαστικό
βάρβαρος αρσενικό
- (στην αρχαία ιστορία) αυτός που ανήκει σε ένα αλλόγλωσσο έθνος ή φυλή
- (στην αρχαία και βυζαντινή ιστορία) αυτός που κατοικούσε έξω από τα σύνορα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και θεωρούνταν καθυστερημένος και απολίτιστος