βαθύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική βαθύς βαθιά βαθύ
γενική βαθιού
βαθύ
βαθιάς βαθιού
αιτιατική βαθύ βαθιά βαθύ
κλητική βαθύ βαθιά βαθύ
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βαθιοί
βαθείς
βαθιές βαθιά
γενική βαθιών βαθιών βαθιών
βαθέων
αιτιατική βαθιούς
βαθείς
βαθιές βαθιά
κλητική βαθιοί
βαθείς
βαθιές βαθιά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βαθύς < αρχαία ελληνική βαθύς

Open book 01.svg Επίθετο[]

βαθύς, -ιά, -ύ

Επίθετο που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την φυσική ιδιότητα ενός ουσιαστικού ως προς:

  1. την 'αντίθετη' διάσταση του ύψους (απόσταση προς τον ουρανό), την απόσταση δηλαδή προς την γη.
  2. την απόσταση από τον παρατηρητή καθώς κοιτάζει προς τα κάτω (ή καμμιά φορά προς τα μέσα).
  3. (μεταφορικά) το εύρος πχ των γνώσεων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Κλίση
(Παρατηρήσεις)
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βαθύς βαθεῖα βαθύ βαθεῖς βαθεῖαι βαθέα
Γενική βαθέος βαθείας βαθέος βαθέων βαθειῶν βαθέων
Δοτική βαθεῖ βαθείᾳ βαθεῖ βαθέσι βαθείαις βαθέσι
Αιτιατική βαθύν βαθεῖαν βαθύ βαθεῖς βαθείας βαθέα
Κλητική βαθύ βαθεῖα βαθύ βαθεῖς βαθεῖαι βαθέα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βαθέε βαθεία βαθέε
Γενική-Δοτική βαθέοιν βαθείαιν βαθέοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βαθύς <

Open book 01.svg Επίθετο[]

βαθύς, -εῖα, -ύ

  1. βαθύς
  2. παχύς, χονδρός
  3. άφθονος
  4. συνετός, σώφρων