βαθύς
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- βαθύς < αρχαία ελληνική
[
]
Επίθετο
βαθύς, -ιά, -ύ
Επίθετο που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την φυσική ιδιότητα ενός ουσιαστικού ως προς:
- την 'αντίθετη' διάσταση του ύψους (απόσταση προς τον ουρανό), την απόσταση δηλαδή προς την γη.
- την απόσταση από τον παρατηρητή καθώς κοιτάζει προς τα κάτω (ή καμμιά φορά προς τα μέσα).
- (μεταφορικά) το εύρος πχ των γνώσεων
[
]
[
]
Σύνθετα
- βαθύγνωμος
- βαθυκόκκινος
- βαθυμετρία, βαθυμετρικός, βαθύμετρο
- βαθύνοια, βαθύνους
- βαθύπλουτος
- βαθυπράσινος
- βαθύρριζος
- βαθυσκαφής
- βαθυσκάφος
- βαθύσκιος, βαθύσκιωτος
- βαθυστόχαστος
- βαθύσφαιρα
- βαθυτυπία
- βαθύφωνος
- βαθύχρωμος