βιόλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Βιόλα (1)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιόλα βιόλες
γενική βιόλας
αιτιατική βιόλα βιόλες
κλητική βιόλα βιόλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βιόλα < ιταλική viola

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈvʝɔ.la/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βιόλα θηλυκό

  1. έγχορδο μουσικό όργανο παρόμοιο με το βιολί λίγο μεγαλύτερο σε μέγεθος και με βαρύτερο ήχο
  2. είδος ανθοφόρου φυτού
  3. το λουλούδι του φυτού (2)
    μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες (παλιό τραγούδι)


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]