βιόλα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βιόλα | βιόλες |
| γενική | βιόλας | |
| αιτιατική | βιόλα | βιόλες |
| κλητική | βιόλα | βιόλες |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
βιόλα θηλυκό
- έγχορδο μουσικό όργανο παρόμοιο με το βιολί λίγο μεγαλύτερο σε μέγεθος και με βαρύτερο ήχο
- είδος ανθοφόρου φυτού
- το λουλούδι του φυτού (2)
- μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες (παλιό τραγούδι)
Δείτε επίσης [
]
- βιόλα στη Βικιπαίδεια
