βούρτσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | βούρτσα | βούρτσες |
| γενική | βούρτσας | βουρτσών |
| αιτιατική | βούρτσα | βούρτσες |
| κλητική | βούρτσα | βούρτσες |
[
]
Ετυμολογία
- βούρτσα < *μεσαιωνική ελληνική. Κατά το Ετυμολογικό Λεξικό του Ν. Ανδριώτη πιθανώς προέρχεται από το αρχαίο βύρσα ή από αρχαία γερμανική λέξη. Κατά το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής ο μεσαιωνικός ελληνικός τύπος είναι ίσως γερμανικής ή ιταλικής προέλευσης. Στο Λεξικό Μπαμπινιώτη αναφέρονται επιπροσθέτως και οι απόψεις περί τουρκικής ή αλβανικής προέλευσης.
[
]
Ουσιαστικό
- βούρτσα θηλυκό
- εργαλείο με σκληρές φυσικές ή συνθετικές ή συρμάτινες τρίχες που χρησιμοποιείται για καθαρισμό ή βάψιμο ή χτένισμα ή γυάλισμα