βούρτσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

βούρτσα (1) παπουτσιών
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βούρτσα βούρτσες
γενική βούρτσας βουρτσών
αιτιατική βούρτσα βούρτσες
κλητική βούρτσα βούρτσες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βούρτσα < *μεσαιωνική ελληνική. Κατά το Ετυμολογικό Λεξικό του Ν. Ανδριώτη πιθανώς προέρχεται από το αρχαίο βύρσα ή από αρχαία γερμανική λέξη. Κατά το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής ο μεσαιωνικός ελληνικός τύπος είναι ίσως γερμανικής ή ιταλικής προέλευσης. Στο Λεξικό Μπαμπινιώτη αναφέρονται επιπροσθέτως και οι απόψεις περί τουρκικής ή αλβανικής προέλευσης.
βούρτσα (1) για τα μαλλιά

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

βούρτσα θηλυκό
  1. εργαλείο με σκληρές φυσικές ή συνθετικές ή συρμάτινες τρίχες που χρησιμοποιείται για καθαρισμό ή βάψιμο ή χτένισμα ή γυάλισμα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

βούρτσα (1) για βάψιμο

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες