βοῦς
Από Βικιλεξικό
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βοῦς | βόε | βόες |
| Γενική | βοός | βοοῖν | βοῶν |
| Δοτική | βοΐ | βοοῖν | βουσί(ν) |
| Αιτιατική | βοῦν | βόε | βοῦς |
| Κλητική | βοῦ | βόε | βόες |
[
]
Ετυμολογία
- βοῦς < βώυς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) gʷoū
- → δείτε τη λέξη: (λατινικά) bos (la) , (σανσκριτικά) gâus, (αγγλικά) cow (en) , (γερμανικά) Kuh (de) , (γαλλικά) bœuf (fr)
[
]
Ουσιαστικό
βοῦς αρσενικό