βοῦς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική βοῦς βόε βόες
Γενική βοός βοοῖν βοῶν
Δοτική βοΐ βοοῖν βουσί(ν)
Αιτιατική βοῦν βόε βοῦς
Κλητική βοῦ βόε βόες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

βοῦς < βώυς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) gʷoū
δείτε τη λέξη: (λατινικά) bos  (la) , (σανσκριτικά) gâus, (αγγλικά) cow  (en) , (γερμανικά) Kuh  (de) , (γαλλικά) bœuf  (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

βοῦς αρσενικό

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες