βοῦς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική βοῦς βόε βόες
Γενική βοός βοοῖν βοῶν
Δοτική βοΐ βοοῖν βουσί(ν)
Αιτιατική βοῦν βόε βοῦς
Κλητική βοῦ βόε βόες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

βοῦς < βώυς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷōus
δείτε τη λέξη: (λατινικά) bos (la), (σανσκριτικά) gâus, (αγγλικά) cow (en), (γερμανικά) Kuh (de), (γαλλικά) bœuf (fr)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

βοῦς αρσενικό

  1. (ζωολογία) το βόδι, η αγελάδα
    ἁρπάζοντε βόας καὶ ἴφια μῆλα - αρπάζοντας βόδια και παχιά αρνιά (Ιλιάδα Ε 556)

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  • Αιτ εν.: βοῦν, βῶν (πχ Ιλιάδα Η 238), βόα
  • Ονομ.πληθ: σπάνιος συνηρημένος τύπος βοῦς
  • Γεν. πληθ.: βῶν, βουῶν
  • Δοτ.πλ.: βουσί, βόεσσι, βοσί, βούεσσι
  • Αιτ. πλ.: βόας (ομηρικό και μεταγενέστερο), βοῦς

Αναφορές []

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883