δαπανηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δαπανηρός < αρχαία ελληνική < δαπάνη + -ηρός

Open book 01.svg Επίθετο []

δαπανηρός, -ή, ό

  1. που απαιτεί μεγάλη δαπάνη για να αποκτηθεί, διεξαχθεί ή συντηρηθεί


32πχ Μεταφράσεις []