δράκων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Δράκων

[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

δράκων αρσενικό

  1. ερπετό, φίδι, δράκοντας
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες