ζιζάνιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζιζάνιο ζιζάνια
γενική ζιζανίου ζιζανίων
αιτιατική ζιζάνιο ζιζάνια
κλητική ζιζάνιο ζιζάνια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ζιζάνιο < ελληνιστική κοινή

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ζιζάνιο ουδέτερο

  1. φυτό που ζει παρασιτικά, αγριόχορτο
  2. (για ένα παιδί) πειραχτήρι
  3. (στον πληθυντικό) ζιζάνια: η διχόνοια
    του αρέσει να σπέρνει ζιζάνια και μετά να επωφελείται από την αναταραχή

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες