ζύμη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ζύμη < αρχαία ελληνική ζύμη
[
]
Ουσιαστικό
ζύμη θηλυκό
- κάθε μείγμα που περιέχει κυρίως αλεύρι και νερό
[
]
- ζυμάρι
- ζυμαρικό
- ζύμη
- ζυμοειδής
- ζυμομύκητας
- ζυμομυκητίαση
- ζυμοτεχνία
- ζυμοτεχνικά
- ζυμώνω
- ζυμωτής
- ζυμώτρα
- ζυμώτρια
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
ζύμη < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
ζύμη θηλυκό