κίσσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κίσσα | κίσσες |
| γενική | κίσσας | κισσών |
| αιτιατική | κίσσα | κίσσες |
| κλητική | κίσσα | κίσσες |
[
]
Ετυμολογία
- κίσσα < αρχαία ελληνική κίσσα
[
]
Ουσιαστικό
κίσσα θηλυκό ή καρακάξα
- (ορνιθολογία) αποδημητικό πτηνό, της οικογένειας των κοράκων, με καστανό σώμα, γαλαζόμαυρες λωρίδες στα φτερά, μακριά μαύρη ουρά και μαύρο το πάνω μέρος της κεφαλής
- Η κίσσα έχει ιδιαίτερα αναπτυγμένη νοημοσύνη, αγαπάει τα έντονα χρώματα και τα λαμπερά αντικείμενα, και συχνά στολίζει με αυτά την φωλιά της. Η φωνή της μοιάζει με κράξιμο, ωστόσο μπορεί να μιμηθεί φωνές άλλων πουλιών, ακόμα και ζώων. Αν τη μεγαλώσει κάποιος από μικρή, εξημερώνεται και δένεται με τον άνθρωπο.