καινοτόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καινοτόμος < αρχαία ελληνική < καινός + τομ- (τέμνω, τομή)

Open book 01.svg Επίθετο[]

καινοτόμος, -α/-ος, -ο αρσενικό

  1. που καινοτομεί, που εισάγει μια καινοτομία, νεωτεριστικός
    καινοτόμες μεταρρυθμίσεις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καινοτόμος αρσενικό

  1. νεωτεριστής, μεταρρυθμιστής


32πχ Μεταφράσεις[]