καπνίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

καπνίζω < Η αρχική σημασία ήταν προκαλώ καπνό. Η σημερινή σημασία "εισπνέω καπνό" προήλθε από την απόδοση ξένων όρων, π.χ. (αγγλικά) smoke, (γαλλικά) fumer

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ka.'pni.zɔ/

[] Open book 01.svg Ρήμα

φλεγόμενο δάσος που καπνίζει
τσιγάρο που καίγεται και καπνίζει

καπνίζω

  • (για καύσιμη ύλη που καίγεται ή για το χώρο όπου καίγεται) βγάζω, αναδίδω καπνό
καπνίζουν τα ξύλα / οι καμινάδες
μπορείτε να κοιτάξετε την έκλειψη του ήλιου καπνίζοντας ένα γυαλί

[] Εκφράσεις

  • καπνίζει αρειμανίως / σα φουγάρο: καπνίζει πάρα πολύ
  • μου κάπνισε: μου ήρθε κι έκανα μια ξαφνική, απερίσκεπτη ενέργεια

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους:
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες