κατάσκοπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάσκοπος κατάσκοποι
γενική κατασκόπου
ή κατάσκοπου
κατασκόπων
ή κατάσκοπων
αιτιατική κατάσκοπο κατασκόπους
ή κατάσκοπους
κλητική κατάσκοπε κατάσκοποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατάσκοπος < αρχαία ελληνική

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

κατάσκοπος αρσενικό

  1. αυτός που κατασκοπεύει εις βάρος μιας χώρας ή εταιρίας, προς όφελος μιας άλλης
  2. αυτός που παρακολουθεί κάποιον κρυφά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []