κατάτμηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάτμηση κατατμήσεις
γενική κατάτμησης
& κατατμήσεως
κατατμήσεων
αιτιατική κατάτμηση κατατμήσεις
κλητική κατάτμηση κατατμήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατάτμηση < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κατάτμηση θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

ο κατατεμαχισμός (βιολ.) οι αλλεπάλληλες κυτταρικές διαιρέσεις που γίνονται σ` ένα γονιμοποιημένο ωάριο (γεωλ.) το φαινόμενο κατά το οποίο τα πετρώματα χωρίζονται σε κομμάτια κανονικά ή ακανόνιστα εξαιτίας φυσικών επιδράσεων.

32πχ Μεταφράσεις[]