ωάριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωάριο ωάρια
γενική ωαρίου ωαρίων
αιτιατική ωάριο ωάρια
κλητική ωάριο ωάρια
Σπερματοζωάρια που πολιορκούν ένα ωάριο

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ωάριο < αρχαία ελληνική που άλλοτε ήταν υποκοριστικό ᾠάριον, δηλαδή το μικρό ωό ή αυγό

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ωάριο ουδέτερο

Κανονικά, κάθε μήνα ένα και μόνο ωάριο ωριμάζει σε μια ωοθήκη της γυναίκας.
  • γενετικά κύτταρα των φυτών (όπου η γύρη είναι το αντίστοιχο γενετικό κύτταρο του αρσενικού γονέα ή το αντίστοιχο του σπερματοζωαρίου)

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες