κατανάγκη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατανάγκη κατανάγκες
γενική κατανάγκης καταναγκών
αιτιατική κατανάγκη κατανάγκες
κλητική κατανάγκη κατανάγκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατανάγκη < αρχαία ελληνική κατανάγκη < κατά + ανάγκη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κατανάγκη θηλυκό

  1. εξαναγκασμός
  2. ξόρκι

Open book 01.svg Επίρρημα[]

κατανάγκη

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Ornithopus compressus
Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κατανάγκη κατανάγκα κατανάγκαι
Γενική κατανάγκης κατανάγκαιν καταναγκῶν
Δοτική κατανάγκ κατανάγκαιν κατανάγκαις
Αιτιατική κατανάγκην κατανάγκα κατανάγκας
Κλητική κατανάγκη κατανάγκα κατανάγκαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατανάγκη < κατά + ανάγκη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κατανάγκη θηλυκό

  1. μεγάλη ανάγκη
  2. βία
  3. ξόρκι
  4. μαγικό φίλτρο
  5. (βοτανική) φυτό (είδος βίκου: Ornithopus compressus) απ' το οποίο παρασκευάζονταν μαγικά φίλτρα