κηρήθρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κηρήθρα κηρήθρες
γενική κηρήθρας κηρηθρών
αιτιατική κηρήθρα κηρήθρες
κλητική κηρήθρα κηρήθρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κηρήθρα < κηρός (: κερί) + -ήθρα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ci.ˈɾi.θɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κηρήθρα

κηρήθρα θηλυκό και κερήθρα

  • τμήμα της κυψέλης, το οποίο αποτελείται απο εξάγωνα κέρινα κελιά σε σειρά και το κατασκευάζουν οι μέλισσες, για να αποθηκεύουν το μέλι και τη γύρη αλλά και να τοποθετούν τα αυγά τους

32πχ Μεταφράσεις[]