κουράγιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουράγιο κουράγια
γενική κουράγιου κουράγιων
αιτιατική κουράγιο κουράγια
κλητική κουράγιο κουράγια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κουράγιο < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κουράγιο ουδέτερο

  1. το θάρρος
  2. η σωματική και ψυχική αντοχή που χρειάζεται για να συνεχίσεις μια επίπονη προσπάθεια
    περπάτησα τέσσερις ώρες με ρυθμό, αλλά τώρα δεν έχω άλλο κουράγιο για να συνεχίσω την πορεία
    δούλεψε σαν το σκυλί σ' όλη του τη ζωή και ακόμα και τώρα δεν τον έχουν αφήσει τα κουράγια του
    μη χάνεις το κουράγιο σου: μη λιποψυχάς

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες