κουράγιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κουράγιο | κουράγια |
| γενική | κουράγιου | κουράγιων |
| αιτιατική | κουράγιο | κουράγια |
| κλητική | κουράγιο | κουράγια |
[
]
Ετυμολογία
- κουράγιο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
κουράγιο ουδέτερο
- το θάρρος
- η σωματική και ψυχική αντοχή που χρειάζεται για να συνεχίσεις μια επίπονη προσπάθεια
- περπάτησα τέσσερις ώρες με ρυθμό, αλλά τώρα δεν έχω άλλο κουράγιο για να συνεχίσω την πορεία
- δούλεψε σαν το σκυλί σ' όλη του τη ζωή και ακόμα και τώρα δεν τον έχουν αφήσει τα κουράγια του
- μη χάνεις το κουράγιο σου: μη λιποψυχάς