θάρρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | θάρρος | θάρρη και θάρρητα |
| γενική | θάρρους | - |
| αιτιατική | θάρρος | θάρρη και θάρρητα |
| κλητική | θάρρος | θάρρη και θάρρητα |
[
]
Ετυμολογία
- θάρρος < αρχαία ελληνική θάρρος (μορφή του θάρσος στην αττική διάλεκτο)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
θάρρος ουδέτερο
- η δύναμη που έχει κάποιος να αντιμετωπίζει επικίνδυνες καταστάσεις είτε χωρίς φόβο ή υπερνικώντας τον
- (στις κοινωνικές σχέσεις) η οικειότητα
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Αντώνυμα
[
] Εκφράσεις
- έχω το θάρρος της γνώμης μου: εκφράζω την άποψή μου ελεύθερα, με παρρησία
- αντλώ θάρρος από κάποιον
- δεν έχω το θάρρος να του το πω
- επιδεικνύω θάρρος
- μεταδίδω το θάρρος μου σε κάποιον
- μην του δίνεις πολύ θάρρος, του έδωσα πολύ θάρρος
- οπλίζομαι με θάρρος
- παραπαίρνω θάρρος