θάρρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θάρρος θάρρη και θάρρητα
γενική θάρρους -
αιτιατική θάρρος θάρρη και θάρρητα
κλητική θάρρος θάρρη και θάρρητα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

θάρρος < αρχαία ελληνική θάρρος (μορφή του θάρσος στην αττική διάλεκτο)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈθa.ɾɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

θάρρος ουδέτερο

  1. η δύναμη που έχει κάποιος να αντιμετωπίζει επικίνδυνες καταστάσεις είτε χωρίς φόβο ή υπερνικώντας τον
  2. (στις κοινωνικές σχέσεις) η οικειότητα

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Υπώνυμα

[] Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα

[] Εκφράσεις

  • έχω το θάρρος της γνώμης μου: εκφράζω την άποψή μου ελεύθερα, με παρρησία
  • αντλώ θάρρος από κάποιον
  • δεν έχω το θάρρος να του το πω
  • επιδεικνύω θάρρος
  • μεταδίδω το θάρρος μου σε κάποιον
  • μην του δίνεις πολύ θάρρος, του έδωσα πολύ θάρρος
  • οπλίζομαι με θάρρος
  • παραπαίρνω θάρρος

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες