θάρρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- θάρρος < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
θάρρος ουδέτερο
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Εκφράσεις
- αντλώ θάρρος από κάποιον
- δεν έχω το θάρρος να του το πω
- επιδεικνύω θάρρος
- μεταδίδω το θάρρος μου σε κάποιον
- μην του δίνεις πολύ θάρρος, του έδωσα πολύ θάρρος
- οπλίζομαι με θάρρος
- παραπαίρνω θάρρος