θαρραλέος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- θαρραλέος < θάρρος
Προφορά
- ΔΦΑ : /θa.ɾa.ˈlɛ.ɔs/
Επίθετο
θαρραλέος, -α, -ο
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)