κρίσις
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ουσιαστικό [
]
κρίσις θηλυκό
- (καθαρεύουσα) → δείτε τη λέξη: κρίση
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κρίσις | κρίσει | κρίσεις |
| Γενική | κρίσεως | κρισέοιν | κρίσεων |
| Δοτική | κρίσει | κρισέοιν | κρίσεσι(ν) |
| Αιτιατική | κρίσιν | κρίσει | κρίσεις |
| Κλητική | κρίσι | κρίσει | κρίσεις |
Ετυμολογία [
]
- κρίσις < κρίνω
Ουσιαστικό [
]
κρίσις θηλυκό