κρίσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κρίσις θηλυκό

(καθαρεύουσα)δείτε τη λέξη: κρίση



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κρίσις κρίσει κρίσεις
Γενική κρίσεως κρισέοιν κρίσεων
Δοτική κρίσει κρισέοιν κρίσεσι(ν)
Αιτιατική κρίσιν κρίσει κρίσεις
Κλητική κρίσι κρίσει κρίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κρίσις < κρίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κρίσις θηλυκό

  1. διαχωρισμός, διάκριση
  2. η κρίση, η απόφαση κάποιου που κρίνει
  3. δίκη ή καταδίκη
  4. η ερμηνεία ονείρων ή άλλων σημαδιών
  5. αγώνας, διαγωνισμός ή δοκιμή
  6. διαφωνία, διαμάχη
  7. αυτό που κρίνει ένα γεγονός, μια εξέλιξη
  8. κρίσιμο σημείο μιας ασθένειας