λιθογραφία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιθογραφία λιθογραφίες
γενική λιθογραφίας λιθογραφιών
αιτιατική λιθογραφία λιθογραφίες
κλητική λιθογραφία λιθογραφίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λιθογραφία < λέξη που έγινε αποδεκτή στο τέλος του 18ου αιώνα όταν ο Alois Senefelder εφηύρε τη λιθογραφία < λίθος + -γραφία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λιθογραφία θηλυκό

  1. η τέχνη της αναπαραγωγής έντυπου υλικού με τη χρήση πέτρας, νερού, λιπαντικού και μελανιού
  2. το έργο που έχει αναπαραχθεί μέσω της λιθογραφίας (1)
  3. σύγχρονη μορφή τυπογραφίας της οποίας η τεχνική προέρχεται από την λιθογραφία (1)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]