λογοτεχνία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | λογοτεχνία | λογοτεχνίες |
| γενική | λογοτεχνίας | λογοτεχνιών |
| αιτιατική | λογοτεχνία | λογοτεχνίες |
| κλητική | λογοτεχνία | λογοτεχνίες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /lɔ.ɣɔ.tɛ.ˈxni.a/
[
]
Ουσιαστικό
λογοτεχνία θηλυκό
- η τέχνη του λόγου, η παραγωγή γραπτών κυρίως κειμένων που προκαλούν στον αναγνώστη αισθητική απόλαυση
[
]
Μεταφράσεις
λογοτεχνία