λουκουμάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λουκουμάς λουκουμάδες
γενική λουκουμά λουκουμάδων
αιτιατική λουκουμά λουκουμάδες
κλητική λουκουμά λουκουμάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λουκουμάς < τουρκική lokma < αραβική lukma لقمة

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λουκουμάς αρσενικό

  1. γλύκισμα από ζύμη που τηγανίζεται και σερβίρεται περιχυμένο με μέλι ή πασπαλισμένο με ζάχαρη

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]