μάντις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Μάντις (αλογάκι της Παναγίας) που ζευγαρώνει, το θηλυκό είναι το πράσινο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μάντις < αρχαία ελληνική μάντις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μάντις αρσενικό ή θηλυκό (γενική: μάντεως)

  1. άλλη γραφή του μάντη, εκείνος που μαντεύει τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή κάπου αλλού και τι δυνάμεις επηρεάζουν μια κατάσταση, εκείνος που προφητεύει τι θα συμβεί στο μέλλον, προλέγει
  2. γένος ορθόπτερων εντόμων της υποοικογένειας των Μαντιδών της οικογένειας των Μαντωδών, με πιο γνωστό στην Ελλάδα το αλογάκι της Παναγίας (mantis religiosa)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μάντις < μαίνομαι (Chantraine) ή από υποθετικό τύπο *μάτις, συγγενικό με το λατινικό mens και το αρχαίο ινδικό mátih (Ηofmann)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μάντις

  1. μάντης, προφήτης, χρησμολόγος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]