μαγκάλι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μαγκάλι | μαγκάλια |
| γενική | μαγκαλιού | μαγκαλιών |
| αιτιατική | μαγκάλι | μαγκάλια |
| κλητική | μαγκάλι | μαγκάλια |
[
]
Ετυμολογία
- μαγκάλι < αραβική منقل mankal
[
]
Ουσιαστικό
μαγκάλι ουδέτερο
- Χάλκινο συνήθως σκεύος που προέρχεται απο την ανατολή, όπου καιγόντουσαν κάρβουνα για να θερμάνουν τον χώρο. Υπεύθυνο για αρκετές περιπτώσεις δηλητηρίασης απο μονοξείδιο του άνθρακα, λόγω της μη τέλειας κάυσης.
[
]
Μεταφράσεις
μαγκάλι