μαζικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Επίθετο [
]
μαζικός
- που πράττεται πολλά πρόσωπα μαζί
Πίνακας περιεχομένων |
μαζικός