μεραρχία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μεραρχία μεραρχίες
γενική μεραρχίας μεραρχιών
αιτιατική μεραρχία μεραρχίες
κλητική μεραρχία μεραρχίες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μεραρχία < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής μεράρχης < μέρος + άρχω

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /mɛ.ɾaɾ.ˈçi.a/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μεραρχία θηλυκό

  • μεγάλος αυτοτελής στρατιωτικός σχηματισμός του στρατού ξηράς, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί μεγάλες σε έκταση πολεμικες επιχειρήσεις, επιθετικές ή αμυντικές, περιλαμβάνονοντας όλες τις μονάδες που μπορεί να διαθέτει (πεζικό, τεθωρακισμένα κ.λπ.)

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες