μεσημέρι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μεσημέρι | μεσημέρια |
| γενική | μεσημεριού | μεσημεριών |
| αιτιατική | μεσημέρι | μεσημέρια |
| κλητική | μεσημέρι | μεσημέρια |
[
]
Ετυμολογία
- μεσημέρι < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
μεσημέρι ουδέτερο
- το μέσο της ημέρας, το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο πρωί και το απόγευμα. Συνήθως αναφέρεται στο διάστημα 12-3 μ.μ.