ορφανός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ορφανός ορφανή ορφανό
γενική ορφανού ορφανής ορφανού
αιτιατική ορφανό ορφανή ορφανό
κλητική ορφανέ ορφανή ορφανό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ορφανοί ορφανές ορφανά
γενική ορφανών ορφανών ορφανών
αιτιατική ορφανούς ορφανές ορφανά
κλητική ορφανοί ορφανές ορφανά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ορφανός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

ορφανός αρσενικό

  • που έχει χάσει τον πατέρα του και τη μητέρα του, ή έναν από τους δύο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]