παιδαγωγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παιδαγωγός παιδαγωγοί
γενική παιδαγωγού παιδαγωγών
αιτιατική παιδαγωγό παιδαγωγούς
κλητική παιδαγωγέ παιδαγωγοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παιδαγωγός < αρχαία ελληνική παιδαγωγός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παιδαγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. (στην αρχαιότητα) ο δούλος που συνόδευε τα παιδιά στο σχολείο
  2. ο επιστήμονας της παιδαγωγικής
  3. ο γονέας ή ο δάσκαλος που συμβάλλει με θετικό τρόπο στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών


32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παιδαγωγός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

παιδαγωγός αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο δούλος που συνόδευε τα παιδιά στο σχολείο
  2. (μεταφορικά) δάσκαλος
  3. (μεταφορικά) καθοδηγητής στην πίστη
  4. (μεταφορικά) ηγέτης, αρχηγός