παντρεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παντρεύω < μεσαιωνική ελληνική ὑπανδρεύω < ελληνιστική κοινή , ὕπανδρος (γυνή) < ὑπό + ἀνήρ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /paⁿ.ˈdɾɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

παντρεύω, παθητική φωνή: παντρεύομαι, παθητική μετοχή παντρεμένος

  • ενώνω ένα ζευγάρι με τα δεσμά του γάμου κατά τη διάρκεια επίσημης τελετής· λέγεται για τον ιερέα ή το δήμαρχο που έχουν τη νόμιμη εξουσία γι' αυτό το σκοπό
  • παρίσταμαι ως μάρτυρας στο γάμο δύο ανθρώπων και συμμετέχω στην τελετή ως κουμπάρος
  • ενεργώ ώστε δύο άνθρωποι να γνωριστούν και να παντρευτούν
  • ενεργώ ώστε κάποιος δικός μου άνθρωπος να βρει σύζυγο και να παντρευτεί
    πάντρεψε την κόρη του μ' ένα καλό παιδί
  • (μεταφορικά) συνδυάζω δύο διαφορετικά στοιχεία σε ένα αρμονικό σύνολο
    πάντρεψε τη μουσική του Χ με τη χορογραφία του Υ
  • σπάζω κάτι κατά λάθος
    Ωχ! Τα πάντρεψε τα ποτήρια!

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]